Τα 8 μνημεία της Διαδρομής
 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

1) Μονη ΒΛΑΤΑΔΩΝ

H Μονή Βλατάδων ή Βλαττάδων ή Βλατταίων, γνωστή και ως Τσαούς Μοναστήρι, είναι μοναστήρι στην περιοχή της Άνω Πόλης της Θεσσαλονίκης, 80 περίπου μέτρα από τα τείχη του Επταπυργίου. Είναι το μοναδικό μοναστήρι της βυζαντινής περιόδου της πόλης που εξακολουθεί να λειτουργεί μέχρι σήμερα.

 

Ιστορικά στοιχεία

Ιδρύθηκε κατά τα μέσα του 14ου αιώνα σε χώρο που πιθανώς να φιλοξενούσε παλαιότερο ναό, από τον κρητικής καταγωγής μητροπολίτη Θεσσαλονίκης Δωρόθεο Βλαττή και τον αδελφό του Μάρκο. Οι πρώτες ιστορικές αναφορές στη Μονή Βλαττάδων γίνονται το 1405 στο οδοιπορικό του Ρώσου περιηγητή Ιγνατίου του Σμολένσκ. Κατά τον 15ο αιώνα η μονή γνώρισε μεγάλη ακμή. Μετά την άλωση της Θεσσαλονίκης οι Τούρκοι της έδωσαν κάποια προνόμια, που επικυρώθηκαν και με φιρμάνι του Μωάμεθ Β΄ το 1446. Σύμφωνα με παράδοση του 16ου αιώνα, η προνομιακή αυτή μεταχείριση οφειλόταν στη βοήθεια που είχαν προσφέρει οι μοναχοί της στους Τούρκους για την άλωση της πόλεως. Εξάλλου, από ορισμένα κτίσματα οθωμανικής τεχνοτροπίας φαίνεται ότι τον 16ο αιώνα στη μονή εγκαταστάθηκαν Τούρκοι. Το 1633, με σιγίλλιο του Πατριάρχη Κυρίλλου Λούκαρι, η Μονή Βλαττάδων προσαρτήθηκε ως μετόχιο στη Μονή Ιβήρων του Αγίου Όρους. Το 1801 ανακαινίσθηκε το καθολικό της μονής, αλλά το 1870 μια πυρκαγιά κατέστρεψε μέρος της, συμπεριλαμβανόμενης και της βιβλιοθήκης. Οι ζημιές επισκευάσθηκαν με έξοδα του Οικουμενικού Πατριαρχείου.

 

Σημερινή κατάσταση

Σήμερα η Μονή ανήκει στο Οικουμενικό Πατριαρχείο. Από το αρχικό κτίσμα σώζεται μόνο το ιερό και λίγα άλλα αρχιτεκτονικά στοιχεία. Κοντά στο καθολικό της Μονής, που τιμάται στο όνομα της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος, υπάρχει θολωτό παρεκκλήσιο του 14ου αιώνα με τοιχογραφίες της εποχής των Παλαιολόγων. Σύμφωνα με τοπική παράδοση η Μονή είναι κτισμένη στον τόπο όπου κήρυττε ή διέμενε ο Απόστολος Παύλος κατά τη διαμονή του στην πόλη. Σώζονται 93 κώδικες και το αρχείο της Μονής, που κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο μεταφέρθηκαν για ασφάλεια στη Μονή Ιβήρων.

Η Μονή Βλαττάδων βρίσκεται σε υψόμετρο 120 μέτρων περίπου και έχει θέα προς την πόλη της Θεσσαλονίκης.

Ηγούμενος: Ο Θεοφιλέστατος Επίσκοπος Αμορίου κ. Νικηφόρος Ψυχλούδης.

Προηγούμενος: Ο Μητροπολίτης Τυρολόης και Σερεντίου κ. Παντελεήμων (Ροδόπουλος), Ομότιμος Καθηγητής Α.Π.Θ.

2) Μονή Λατόμου - Οσιος ΔΑΥΙΔ

 

To παλαιό καθολικό της Μονής Λατόμου, γνωστό σήμερα ως Ναός του Οσίου Δαυίδ, είναι παλαιοχριστιανικό μνημείο της Θεσσαλονίκης. Βρίσκεται στην Άνω Πόλη, στο τέλος της οδού Αγίας Σοφίας. Ο ναός ήταν αρχικά αφιερωμένος στο Χριστό Σωτήρα[1] ή κατ' άλλους στον Προφήτη Ζαχαρία[2], ενώ το όνομα Όσιος Δαυίδ του αποδόθηκε λανθασμένα στην αρχή του περασμένου αιώνα και επικράτησε από τότε[1].

 

Αρχιτεκτονική
Στην αρχική του μορφή ο ναός αποτελούσε ένα τετράγωνο κτίριο με κόγχη στα ανατολικά και μέσα στο τετράγωνο σχηματιζόταν ισοσκελής σταυρός από τέσσερα μικρά διαμερίσματα στις γωνίες. Το κτήριο διέθετε επίσης τρούλο, ο οποίος μετέπειτα αντικαταστάθηκε από κεραμωτή στέγη[3]. Η δυτική πλευρά του κτηρίου απ' όπου γινόταν η είσοδος έχει καταστραφεί και έτσι η σημερινή είσοδος βρίσκεται στη νότια πλευρά.

 

Ιστορικό 
Ο ναός κτίστηκε πάνω στη θέση ενός ρωμαϊκού κτηρίου στα τέλη του 5ου με αρχές του 6ου αιώνα. Την ίδια περίοδο φιλοτεχνήθηκε στην αψίδα ψηφιδωτό με χορηγία μιας ανώνυμης γυναίκας που σύμφωνα με την παράδοση ήταν η Θεοδώρα, κόρη του αυτοκράτορα Μαξιμιανού, η οποία είχε ασπασθεί το χριστιανισμό[2]. Το 1430[1], με την κατάληψη της πόλης από τους Οθωμανούς, ο ναός μεταβλήθηκε σε τζαμί με το όνομα Σουλιτζέ ή Κεραμεντίν τζαμί[3], ενώ άλλη άποψη θέλει τη μεταβολή αυτή να συνέβη στα πλαίσια του 16ου αιώνα[2]. Το 1921 ο ναός επέστρεψε στη χριστιανική λατρεία.

 

Διακόσμηση 
Το ψηφιδωτό της κόγχης απεικονίζει το όρομα του Ιεζεκιήλ, με το Χριστό Εμμανουήλ (νεαρό) στο κέντρο να κάθεται σε πολύχρωμο τόξο. Γύρω του εικονίζονται τα σύμβολα των τεσσάρων Ευαγγελιστών και στην αριστερή γωνία ο προφήτης Ιεζεκιήλ στις όχθες του ποταμού Χοβάρ και στη δεξιά ο προφήτης Αββακούμ ή ο Ησαΐας. Η τοποθέτηση μιας παράστασης με τέτοιο θέμα τέτοιο θέμα στην αψίδα είναι μοναδική στον κόσμο[1]. Στη νότια καμάρα σώζεται πλούσιος τοιχογραφικός διάκοσμος με θέματα την Γέννηση και τη Βάπτιση του Ιησού καθώς και ίχνη της Υπαπαντής και τη Μεταμόρφωσης, όλα έργα του 12ου αιώνα[4].

Οι περισσότερες από τις τοιχογραφίες σχεδιάστηκαν κατά τη μεσοβυζαντινή περίοδο. Οι τοιχογραφίες: Παναγία του Πάθους, Η Είσοδος στην Ιερουσαλήμ, και ο Χριστός στο Όρος των Ελαίων, είναι κατά πάσα πιθανότητα αργότερα έργα, της Παλαιολόγιας περιόδου, περίπου στο 1300. Πολλές από τις τοιχογραφίες είναι κατεστραμμένες σήμερα εξαιτίας της παρόδου του χρόνου, σεισμών, διαρροών ύδατος, και του σοβά με τον οποίον καλύφθησαν κατά την Τουρκοκρατία.

 

Μετά τη Βυζαντινή Περίοδο
Ο Ναός του Οσίου Δαυίδ έχει μια απλή εξωτερική όψη, και βρισκόταν μακριά από το κέντρο της Θεσσαλονίκης, κοντά στα βουνά. Αυτό συνεισέφερε στη θεωρία πως η Μονή Λατόμου δεν μετατράπηκε σε τζαμί αμέσως μετά την κατάληψη της περιοχής από τους Οθωμανούς, καθώς αυτοί μετέτρεψαν πρώτα τις καλύτερες εκκλησίες στις πιο κεντρικές περιοχές. Όταν ο ναός μετετράπη σε τζαμί, οι τοίχοι καλύφθησαν με σοβά. Επιπροσθέτως κατά την Τουρκοκρατία προστέθηκε μιναρές στη νοτιοδυτική γωνία. Σήμερα παραμένει μόνον η βάση, μαζί με τό σπειρωτό κλιμακοστάσιο.

Ο ναός λειτουργεί και στις μέρες μας, υπαγόμενος στην Ιερά Μητρόπολη Θεσσαλονίκης[5].

3) Βυζαντινα Λουτρά

Το Βυζαντινό Λουτρό της Άνω Πόλης, είναι το μοναδικό βυζαντινό Λουτρό που σώζεται από την μεσοβυζαντινή ή υστεροβυζαντινή περίοδο στον ελλαδικό χώρο και ένα από τα λίγα διασωθέντα κοσμικά κτίρια εκείνης της εποχής.[1] Η αξία του ως μνημείο είναι μεγάλη και η πολεοδομική θέση που κατέχει σημαντική. Βρίσκεται στην είσοδο του χαρακτηρισμένου παραδοσιακού οικισμού της Άνω Πόλης στην Θεσσαλονίκη, και λειτουργούσε ως ανδρικό και γυναικείο λουτρό. Συγκεκριμένα βρίσκεται μεταξύ των οδών Θεοτοκοπούλου, Κρίσπου, Χρυσοστόμου και Φιλοκτήτου στην Άνω Πόλη.[2]

 

Ιστορία
Η κατασκευή του λουτρού υπολογίζεται γύρω στο 1200[1] ή σύμφωνα με άλλη άποψη στο 1300.[2] Το λουτρό αποτελείται από επιτοίχιους αεραγωγούς για την σωστή ρύθμιση της θερμοκρασίας του αέρα και δεξαμενή. Συνέχισε να λειτουργεί και επί Τουρκοκρατίας κατά την οποία υπέστη μερικές τροποποιήσεις και πήρε την ονομασία Κουλέ Χαμάμ[3] την οποία οφείλει στην συνοικία όπου είναι χτισμένο.[2] Η χρήση του διακόπηκε κατά τη δεκαετία του 1940.[2] Το 1952 κηρύχτηκε διατηρητέο μνημείο και κατά τη δεκαετία του 1970 έγιναν κάποιες πρώτες εργασίες στο χώρο του λουτρού ενώ ως συνέπεια του σεισμού του 1978 πραγματοποιήθηκαν έργα υποστύλωσης.[1][2] Το 2002, το κτίσμα αναδείχτηκε μέσω ενεργειών της 9ης Εφορείας Βυζαντινών Αρχαιοτήτων ενώ μετά από νέες εργασίες αποκατάστασης που ξεκίνησαν στις αρχές της δεκαετίας του 2010, κατέστη το 2015 επισκέψιμο προς το κοινό.[1][2] Το μνημείο υπάγεται στην Εφορεία Βυζαντινών Αρχαιοτήτων της Θεσσαλονίκης και αποτελεί Μνημείο Παγκόσμιας Κληρονομιάς της ΟΥΝΕΣΚΟ.

 

4) ΙΣΛΑΧΑΝΕ

Το συγκρότημα βρίσκεται επί της οδού Ελένης Ζωγράφου 3, απέναντι από τα Κοιμητήρια της Ευαγγελίστριας και χτίστηκε το 1903. 

 

Aποτελούσε τμήμα του  ιδρύματος Ισλαχανέ, του Ορφανοτροφείου-Τεχνικής Σχολής, που ιδρύθηκε στη Θεσσαλονίκη το τελευταίο τέταρτο του 19ου αιώνα, στο πλαίσιο των εκσυγχρονιστικών μεταρρυθμίσεων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Σ’ αυτό στεγαζόταν το εργαστήριο της σχολής, μέσα στο οποίο λειτουργούσαν  σιδηρουργείο, ξυλουργείο και εφαρμοστήριο για την εκμάθηση επαγγελματικών τεχνών στα ορφανά παιδιά.

 

 Στη δεκαετία του ’20, ως ανταλλάξιμη περιουσία, στέγασε για μεγάλο χρονικό διάστημα το Μηχανουργείο Αξυλιθιώτη. 
 

Σήμερα, το κτίριο έχει αποκατασταθεί και μετατραπεί σε πολυχώρο πολιτισμού από την Υπηρεσία Νεωτέρων Μνημείων και Τεχνικών Έργων Κεντρικής Μακεδονίας του Υπουργείου Πολιτισμού και Αθλητισμού με συγχρηματοδότηση ΕΣΠΑ. 

 

Στην πολυμεσική μόνιμη έκθεση που υλοποιήθηκε,  παρουσιάζονται τεκμήρια της οθωμανικής ιστορίας της πόλης, της τεχνικής εκπαίδευσης των ορφανών στον ελλαδικό χώρο, καθώς και της βιομηχανικής ιστορίας της Θεσσαλονίκης.

5) Ναος αγιου Νικολαου Ορφανου

 

Ο Ναός του Αγίου Νικολάου του Ορφανού είναι παλαιό βυζαντινό καθολικό μονής της Θεσσαλονίκης και μνημείο Παγκόσμιας Πολιτιστικής Κληρονομιάς, κτισμένο στις αρχές του 14ου αιώνα. Βρίσκεται στη βορειοανατολική γωνία της παλιάς πόλης, εντός των τειχών, μεταξύ των οδών Ηροδότου και Αποστόλου Παύλου. Το όνομα του ναού, Ορφανός ή των Ορφανών, συναντάται για πρώτη φορά σε πηγές του 17ου και 18ου αιώνα και ταυτίζεται με τον άγνωστο κτήτορα του μνημείου που ανήκε στην οικογένεια των Ορφανών ή στη λειτουργία ορφανοτροφείου στο χώρο της μονής[1], είτε αποδίδεται στην ιδιότητα του Αγίου Νικολάου ως προστάτη των χηρών και των ορφανών[2]. Ως ιδρυτής του ναού έχει προταθεί από τους ερευνητές ο Νίκων Σκουτέριος Καπανδρίτης Ορφανός, καθώς και ο κράλης της Σερβίας Μιλούτιν που λόγω του γάμου του με την πριγκήπισσα Σιμωνίδα είχε στενούς δεσμούς με τη Θεσσαλονίκη.


Το φιλί του Ιούδα
Στη σημερινή του μορφή ο ναός είναι μια μονόχωρη ξυλόστεγη βασιλική με περίστωο στις τρεις πλευρές, στεγασμένη με δίρριχτη στέγη στον κεντρικό χώρο. Από τις τοιχογραφίες του, η ανέγερση του μνημείο τοποθετείται στα πλαίσια της δεκαετίας 1310-1320[1]. H μονή συνέχισε να λειτουργεί καθ' όλη τη διάρκεια της Οθωμανοκρατίας. Ο ιδιαίτερα πλούσιος τοιχογραφικός διάκοσμος ήρθε στο φως το 1957-1960, κατά τη διάρκεια εργασιών στο μνημείο, και αποτελεί ένα από τα πιο αντιπροσωπευτικά δείγματα της ζωγραφικής της παλαιολόγειας αναγέννησης. Ο δημιουργός τους πιθανώς είναι ο ίδιος με αυτόν των τοιχογραφιών της Μονής Χιλανδαρίου στο Άγιον Όρος το 1314.

Η μονή συνέχισε να λειτουργεί ακόμη και κατά την Τουρκοκρατία. Οι τοιχογραφίες καθαρίστηκαν από το σοβά που είχαν ρίξει οι Οθωμανοί μεταξύ 1957 και 1960 κατά τη διάρκεια έργων ανακαίνισης.[2]

6) Κήποι του Πασά

 

Οι "κήποι του Πασά" δημιουργήθηκαν το 1904 και η έκταση που καταλαμβάνουν είναι περίπου 1.000 τ.μ.. Σήμερα σώζονται ένα σιντριβάνι και γύρω από αυτό μια σήραγγα, μια στέρνα για τη συγκέντρωση του νερού, μια χαμηλή πύλη που οδηγεί σε ένα υπόγειο χώρο και ένα υπερυψωμένο καθιστικό. Όλα τα κτίσματα είναι μικρού μεγέθους με δρομάκια και κλίμακες σε διαφορετικά επίπεδα. Η κατασκευή βασίζεται σε σιδηροδοκούς και σιδερόβεργες όπου πάνω τους στηρίζονται ακατέργαστη πέτρα στα χαμηλά σημεία και τούβλα στα ψηλότερα. 

Δεν υπάρχουν ιστορικά στοιχεία που να εξηγούν την ονομασία του πάρκου, ούτε αν όντως χτίστηκε από κάποιον Πασά. Η ονομασία, πιθανόν, αποτελεί επινόηση των κατοίκων που ίσως να προέκυψε από τις ιστορίες που λένε πως το μέρος αυτό ήταν το ησυχαστήριο του Σεϊφουλάχ Πασά. Περίεργα σύμβολα στους τοίχους, απομιμήσεις μορφών και μια στοά που δεν οδηγεί πουθενά, οδήγησαν στη δημιουργία του αστικού μύθου που λέει πως οι Κήποι λειτούργησαν ως τόπος συνάντησης των οθωμανών τεκτόνων της Θεσσαλονίκης.

7) Πύργος  της  Αλύσεως

 

Ίσως το εντυπωσιακότερο σημείο τον τειχών και ένα απο τα πιο πολυσύχναστα και δημοφιλή σε όλη την Θεσσαλονίκη αποτελεί ο Πύργος του Τριγωνίου. Έχοντας κατασκευασθεί πιθανότατα στο δεύτερο μισό του 15ουμΧ αιώνα χρησιμοποιήθηκε ώς οπλοστάσιο και πύργος πυροβολικού σε ένα από τα σημεία όπου θεωρούνταν κρίσιμα για την αντιμετώπιση πολεμικών ενεργειών.

Η συνεχής οχύρωση της τοποθεσίας μαρτυρά την σημασία που δίνονταν στο συγκεκριμένο σημείο καθώς συνόρευε με την Ακρόπολη η οποία και αποτελούσε το ασφαλέστερο καταφύγιο για τον πληθυσμό κατα την διάρκεια των επιδρομών. 

Ενώ σήμερα ο πύργος είναι γνωστός και με τα δύο ονόματα, υπάρχουν έρευνες και προσσεγγίσεις που υποστηρίζουν οτι η ονομασία αυτή παρέπεμπε σε άλλο παραπλήσιο κτίσμα με τριγωνική κάτοψη και προβολή κάτι που καθιστά ακριβέστερη την προσφώνηση του ως "Πύργος της Αλύσεως". Κατά την Οθωμανική περίοδο ήταν επίσης γνωστός ώς Πύργος της Αλυσίδας (Zincirli Kule) και Ζωσμένος Πύργος (Kusakli Kule), πιθανότατα εξαιτίας της διακοσμητικής ταινίας που έφερε στην περιφέρεια του. 

8) Επταπύργιο 

 

Το Φρούριο του Επταπυργίου, γνωστό και με την οθωμανική ονομασία Γεντί Κουλέ (Yedi Kule), βρίσκεται στο βορειοανατολικό άκρο των τειχών της Θεσσαλονίκης, εντός της Ακρόπολης. Αποτελείται από δύο ενότητες: το βυζαντινό φρούριο, το οποίο συνθέτουν δέκα πύργοι με τα μεταξύ τους μεσοπύργια διαστήματα και τον περίδρομο, καθώς και τα νεότερα κτίσματα των φυλακών, που έχουν κτιστεί εντός κι εκτός του φρουρίου. Οι πύργοι της βόρεια πλευράς αποτελούν τμήματα του παλαιοχριστιανικού τείχους της Ακρόπολης, ενώ αυτοί της νότιας προστέθηκαν πιθανότατα κατά τους μεσοβυζαντινούς χρόνους, σχηματίζοντας τον κλειστό πυρήνα του φρουρίου.

 

Ως Φυλακή
Γύρω στο 1890 το μνημείο χρησιμοποιήθηκε ως ανδρικές, γυναικείες και στρατιωτικές φυλακές.

Κατά τη δεκαετία του 1890, το φρούριο μετατράπηκε σε φυλακή. Η ακριβής ημερομηνία δεν είναι γνωστή με βεβαιότητα, αλλά η φυλακή αναφέρεται σε ένα χάρτη του 1899 της πόλης, παρέχοντας έτσι ένα terminus ante quem για την αλλαγή. Γι' αυτή τη μετατροπή συνεπάγεται η απομάκρυνση όλων των προηγούμενων κτιρίων στο εσωτερικό του κάστρου, από τα οποία κανένα ίχνος επιζεί σήμερα. Οι αλλαγές στις οχυρώσεις δεν ήταν σημαντικές, αν και ο πρωταρχικός τους ρόλος αντιστράφηκε: από την προστασία των κατοίκων από την εξωτερική απειλή, τώρα υπηρετούσε για την απομόνωση κρατουμένων από τον έξω κόσμο.
Η φυλακή διετέλεσε για καιρό τις κύριες εγκαταστάσεις σωφρονισμού της πόλης, όπου κρατούνταν φυλακισμένοι ανεξαρτήτως φύλου ή εγκλήματος. Νέα κτίρια χτίστηκαν κατά μήκος των δύο πλευρών των τειχών, ώστε να βελτιωθεί η λειτουργικότητα του νέου σωφρονιστικού κέντρου. Η εσωτερική αυλή ήταν χωρισμένη από φράχτες σε πέντε ξεχωριστές μονάδες και στο κέντρο τους στεγάστηκε το κεντρικό παρατηρητήριο. Η φυλακή διέθετε εκκλησάκι και άλλα παραρτήματα, ενώ το παράρτημα που βρισκόταν βόρειο-ανατολικό πύργο καταστράφηκε κατά τη διάρκεια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου. Τα εξωτερικά κτίρια, στη νότια πλευρά του κάστρου, στεγαζόταν η διοίκηση, η φυλακή των γυναικών, και προς τα δυτικά, τα κελιά απομόνωσης.

Το κέντρο αυτό είχε αποκτήσει κακή φήμη κατά τη διάρκεια του καθεστώτος Μεταξά, της Κατοχής, και στη μεταπολεμική περίοδο από τον Ελληνικό Εμφύλιο Πόλεμο μέχρι και τη Χούντα (καθεστώς των Συνταγματαρχών).

 

Αναστήλωση
Ο εσωτερικός χώρος αναδιαμορφώθηκε και προστέθηκαν εγκαταστάσεις και εξωτερικά του κτηρίου. Το 1989 οι φυλακές μεταφέρθηκαν και το Επταπύργιο αποδόθηκε στην αρμοδιότητα του Υπουργείου Πολιτισμού.

Φόρμα Επικοινωνίας

 

© 2018 - Yedikule.gr